ἐριθηλής

ἐρῐθηλής, ές, ([etym.] θάλλω)
A very flourishing, luxuriant, of plants,

μυρίκης τ' ἐριθηλέας ὄζους Il.10.467

;

ἔρνος..ἐριθηλὲς ἐλαίης 17.53

;

δάφνης ἐριθηλέος ὄζον Hes.Th.30

; of gardens,

ἀλωάων ἐριθηλέων Il.5.90

;

γαῖα A.R.2.723

: metaph.,

εὐνομία APl.4.72.5

, cf. Orph.Fr.142, 206.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριθηλής — ἐριθηλής, ές (Α) 1. (για φυτά, κήπους κ.λπ.) αυτός που είναι καταπράσινος, που θάλλει, που έχει πλούσιο καταπράσινο φύλλωμα («δάφνης ἐριθηλέος ὄζον», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + θηλής (αντί θαλής) (< θηλώ «θάλλω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐριθηλής — very flourishing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλέα — ἐριθηλής very flourishing neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐριθηλής very flourishing masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλές — ἐριθηλής very flourishing masc/fem voc sg ἐριθηλής very flourishing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλεστάτη — ἐριθηλής very flourishing fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλέας — ἐριθηλής very flourishing masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλέος — ἐριθηλής very flourishing masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλέων — ἐριθηλής very flourishing masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθηλέ' — ἐριθηλέα , ἐριθηλής very flourishing neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐριθηλέα , ἐριθηλής very flourishing masc/fem acc sg (epic ionic) ἐριθηλέϊ , ἐριθηλής very flourishing dat sg (epic) ἐριθηλέε , ἐριθηλής very flourishing masc/fem/neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίθηλος — ἐρίθηλος, ον (Α) ο εριθηλής. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού εριθηλής] …   Dictionary of Greek

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.